Για σενα που ρωτάς γιατί φεύγουν


Για τα σπίτια που πουλήθηκαν και ξεπουλήθηκαν.

Για τα σπίτια που γιναν εισιτήριο για έξοδο.

Για τους δρόμους που έχουν μεγάλες και βαθιές ρυτίδες, απ αυτές του πολέμου.

Για τους φίλους που δεν χωρούσαν σε εκείνη τη βάρκα κι επιβιβάστηκαν σε άλλες.

Για το άπειρο.

Για το πουθενά.

Για την «ευρώπη».

Για τα πράγματα που δε χωρούσαν στην τσάντα, στους ώμους, στις τσέπες και μένουν σκονισμένα και ριζωμένα στις θέσεις τους τις ειρηνικές.

Για τα χαμόγελα που πάγωσαν πιο πολύ κι απ΄ τα σώματα.

Για τα μάτια που κλειναν εσκεμμένα να μην αντικρύσουν την καταστροφή.

Για τις στεριές τις αφιλόξενες που πνίγουν όσα σωτήρια χέρια απλώνονται προς τα πελάγη.

Γι΄ αυτό γεννήθηκε τούτο το ποίημα.

Γι΄ αυτό και για σένα.

Για σενα που ρωτάς γιατί φεύγουν.

Και για σένα που ρωτάς γιατί έρχονται.

Και για σένα που ψιθυρίζεις «Αφού ξέρουν..»

Για΄ σένα που προσπερνάς και προσπερνάς και προσπερνάς.

Για’ σένα που ξέχασες να είσαι αλληλέγγυος,

που ξέχασες να είσαι άνθρωπος.


Η δύναμη μέσα σου


Ήταν άσχημα τα λευκά δωμάτια της κλινικής μας όταν ήταν γεμάτα.
Έμοιαζαν με φυλακές. Μέσα τους έκρυβαν ανθρώπινες ιστορίες, πόνους και κάποια χαμόγελα, που ήταν το βασικό όπλο όλων μας εδώ μέσα.
Χθες ήρθε στην κλινική να εγχειριστεί η Αγγελική. Ο γιατρός της είχε πει πως ήταν ένας όγκος στο στήθος και έπρεπε να αφαιρεθεί.
Η Αγγελική μπήκε στο λευκό δωμάτιο στις δέκα και βγήκε στις τέσσερις.
Αφού συνήλθε πήγα δίπλα της, έπιασα το χέρι της και την άκουσα. Αυτή ήταν η δουλειά μου, να αγγίζω τα χέρια αυτών των γυναικών και να μοιραζόμαστε λίγο τον πόνο ή τη δύναμη. Χτίζαμε αμφίδρομη σχέση από το πρώτο δευτερόλεπτο και η καθεμιά έδινε στην άλλη ό,τι της έλειπε.
«Ήμουν διακοπές. Έπιασα κάπως το στήθος μου στο μπάνιο και ένιωσα ένα γρουμπουλάκι. Το προσπέρασα. Τελείωσαν οι διακοπές κι αυτό ήταν εκεί και είχε εμφανιστεί και ένας μικρός πόνος. Φοβήθηκα. Δεν ήθελα να σκεφτώ τι μπορεί να ήταν. Άλλωστε ήταν προς τη μασχάλη όλο αυτό και κάπως μια αισιοδοξία την είχα. Πήγα στο γιατρό και μου είπε πως το προλάβαμε. Και μάλλον το προλάβαμε. Τώρα νομίζω θα γίνω καλά. Αν και πριν καλά ένιωθα. Πώς γίνεται να νιώθεις καλά και να μην είσαι, δεν μπορούσα να το καταλάβω.»
Η Αγγελική μου κρατούσε σφιχτά το χέρι, με όση δύναμη θα μπορούσε να έχει κανείς μετά από μία μεγάλη εγχείρηση. Την κοιτούσα στα μάτια, αλλά το μάτι μου πήγαινε σε μία φωτογραφία που είχε στο κομοδίνο με την κόρη και τον άντρα της. Με έβλεπε που κοιτούσα.
«Αυτοί είναι οι θησαυροί μου», μου είπε, «Ξέρεις τι; Νομίζω πως ο καρκίνος τους φοβάται κάτι τέτοιους θησαυρούς και κάνει πίσω. Αν ήταν άνθρωπος ο καρκίνος, θα ήταν σκυθρωπός και μαυροφορεμένος κι εμείς κάναμε μια συμφωνία με τους θησαυρούς μου. Θα ντυνόμαστε με πολύχρωμα ρούχα και θα χαμογελάμε. Τα τρέμει ο καρκίνος αυτά
Της βάζω στο χέρι ένα χαρτί, με τη συνταγή του γιατρού. Ένα χάπι για τα επόμενα τρία χρόνια και κάποιες χημειοθεραπείες. Τα διαβάζει σα να διαβάζει ποίημα αγαπημένου ποιητή. Απόρησα πως είχε τόση ηρεμία μέσα της.
«Ναι», μου λέει. «Μόνο ένα πρόβλημα έχω. Δε μου πηγαίνουν οι περούκες. Ακόμη και στις απόκριες, πιο μικρή με τον άντρα μου, τα άφηνα πάντα ελεύθερα τα μαλλιά μου.»
Έκανε προσπάθειες να γελάσει, κρατούσε τους όρκους που είχε δώσει και ήξερε πως κάποια άλλη αντίδραση δε θα ωφελούσε.
«Ξέρεις τι; Σε εκείνο το ταξίδι που σου έλεγα πριν, είχα αγοράσει κάτι μαντήλια, γαλάζια με ασημένιες λεπτομέρειες. Θα μου πηγαίνουν λες;»
Τι να της έλεγα; Πως εξηγείται αυτή η δύναμη και από πού βγαίνει; Από πού την έπαιρνε; Όχι από εμένα, δεν είχα τόση να δώσω. Ούτε διάθεση συμπονετική είχα, δεν ταιριάζουν αυτά εδώ.
Ο καρκίνος του μαστού είναι η συχνότερη μορφή καρκίνου που προσβάλλει τις γυναίκες. Αν κάτι ίσως δεν γνωρίζουμε, είναι ότι μπορεί να προσβάλλει και άντρες.
Έχει στρατηγική αντιμετώπισης ο καρκίνος κι αυτή είναι τριπλή: πρόληψη, πρώιμη διάγνωση, θεραπεία.
Να αγγίζεις το στήθος σου και να αυτοεξετάζεσαι.
Μην ξεχνάς πως ο σύντροφός σου είναι κι αυτός υπεύθυνος για την υγεία σου. Έχεις δίπλα σου ένα μικρό γιατρό που μπορεί να σε εξετάσει κι εκείνος.
Η μαστογραφία, αν είσαι πάνω από σαράντα είναι απαραίτητη κάθε χρόνο, διότι ο καρκίνος στρέφεται σε αυτές τις ηλικίες. Και οι μικρότερες, όμως, οφείλουν στον εαυτό και την υγεία τους να ελέγχονται, κάθε δύο με τρία χρόνια.
Είχα αφαιρεθεί και η Αγγελική είχε βρει ένα συνδετήρα, για να καρφιτσώσει τη συνταγή του γιατρού πίσω από τη φωτογραφία.
«Αν δεν φτάσει ο άνθρωπος στο χείλος του γκρεμού, δε θα βγάλει η ράχη του φτερούγες να πετάξει, μου έχει γράψει η κόρη μου εδώ πίσω. Ο Καζαντζάκης δεν το έλεγε αυτό;»
Χαμογέλασα και της κούνησα καταφατικά το κεφάλι. Η Αγγελική το είχε μέσα της το φάρμακο, οι συνταγές του γιατρού ήταν βοηθητικές.
Θα συνεχίσει να πετάει σε αυτόν τον κόσμο, θα συνεχίσει να δίνει αγάπη, μαζί με τη συμμορία της, την οικογένειά της. Θα φοράει, για λίγο, αυτά τα πολύχρωμα μαντήλια των διακοπών και θα αρχίσει να διαβάζει και Καζαντζάκη, μου είπε.
Και επειδή τα δωμάτια των κλινικών πρέπει να είναι άδεια, αυτοεξετάσου, αυτοελέγξου, αγαπήσου.
Ο άνθρωπος έχει μέσα του τα υλικά που χρειάζεται για να σηκώνεται κάθε φορά που πέφτει.
Κι αν τα υλικά αυτά σου έχουν τελειώσει, σήκωσε το βλέμμα σου και πιάσου από αυτό το χέρι που θα δεις πρώτο.

*Ενημερώσου ενδεικτικά για τον καρκίνο του μαστού στο www.iatronet.gr , στο www.bestrong.org.gr/el/ και στο βιβλίο από τις Ιατρικές εκδόσεις Π.Χ. Πασχαλιδη
Μαιευτική και Γυναικολογία Roger P. Smith,M.D University of Missouri, επιμέλεια Μαρουλης
*Ο Οκτώβρης είναι ο μήνας πρόληψης και ενημέρωσης για τον καρκίνο του μαστού. Κράτα ένα σύνθημα: αυτοεξετάσου, αυτοελέγξου, αγαπήσου.
*Άρθρο μου γραμμένο και δημοσιευμένο ίδια μέρα ένα χρόνο πριν (antitheseis ) 

Το χαρτόκουτο

Πλατεία Βικτωρίας @dromografos


Μια φωτογραφία.
Ένα όνειρο ακουμπισμένο στοργικά σε χαρτόκουτο.
Εμβρυακή η στάση του.
Μάνα του το χώμα.

Βήματα χαράζει μόνο με τις παλάμες του.
Πατρίδα του η γη.

Μήτε φαί δεν χώραγε στο στόμα του,
μήτε ελπίδα.

Δίπλα του είδα να περνάνε
τέρατα
ντυμένοι άνθρωποι.
-Δεν τους πήγαινε η στολή.-

Έθρωσκαν άνω
-τι αντίθεση!-
και ψιθύριζαν
«Δυο χέρια θάφτηκαν στο έδαφος,
Δυο χέρια πατήθηκαν κατά λάθος.
Δεν χάθηκε κι ο κόσμος.»

Κι ο κόσμος είχε ήδη χαθεί.


Φωτογραφία: @dromografos 
#ΠλατείαΒικτωρίας #refugeesGr 



Άλφα πληθυντικό



Άκουσα να σε λένε «εμείς».
Μπήκες σε πρώτο πληθυντικό.
Σένιος.

Άλλοτε πάλευες άτσαλα να καλύψεις το «εγώ» σου
αποτυγχάνοντας.

Και τώρα
σε λένε «εμείς».

Ο «εμείς»
κι Εγώ.






Απολογισμός συμμάχων



Το κομοδίνο,
οι ξένες άβολες καρέκλες,
οι ίσκιοι των ευκαλύπτων
ζουν.

Οι θάλασσες που δεν προλάβαμε να πάμε
σταμάτησαν να κυλούν.
Αντέδρασαν.
Πήραν το μέρος μου οι θάλασσες.

Μαζί μου ήταν κι οι ξεχασμένοι μαύροι αναπτήρες
που δεν άναβαν πια
όσο κι αν τους γρατζούνιζες.

Οι ακύτταροι οργανισμοί που μας πλαισίωναν
ζουν κι αυτοί.
Τους άφησα να ζήσουν.

Γελάει μαζί μου το κομοδίνο.
Κι οι καρέκλες μειδιάζοντας
ψιθυρίζουν
«Ζωή σε σας».

Ζωή σε μένα, 
λένε.

Ζωή.
Σε μένα.

Μειδιάζω κι εγώ
που τους άφησα να ζήσουν.






Γιαγιά ο παππούς γιατί δε με θυμάται;


Ο παππούς ξυπνούσε στις επτά χωρίς ξυπνητήρι. Άνοιγε τα μάτια του και έμενε ακίνητος.

Επτά και μισή η γιαγιά του χάιδευε το χέρι και του έλεγε καλημέρα. Μέρα και νύχτα για τον παππού ήταν όλα ίδια. Δε θυμόταν πότε να χρησιμοποιήσει το καλημέρα και επαναλάμβανε ό,τι του έλεγαν.

Δυνάμεις δεν είχε και πολλές, αν και μικρότερος ήταν αθλητής. Έπαιζε μπάσκετ, κάρφωνε, κατέβαινε σε αγώνες. Του δείχνω κάτι φωτογραφίες ίσα με τη παλάμη μου κι ασπρόμαυρες και με κοιτάει περίεργα.

Στις εννιά έτρωγε το ρυζόγαλό του. Όποτε αργούσε η γιαγιά να το ετοιμάσει, εκείνος ωρυόταν. Γινόταν πύραυλος για κάποια δευτερόλεπτα κι επανερχόταν.

Κι έπειτα γυρνούσα εγώ από το σχολείο. Κατέβαινα τρέχοντας τα σκαλιά να μπω στο σπίτι και εκείνος καθιστός στο ίδιο σημείο του παλιού μπορντό καναπέ. Έπιανε πάντα την άκρη.

Σα να νιώθε πως ήταν βάρος. Δεν ήθελε να ενοχλεί κι ένιωθε πως μας τάραζε.

«Παππού, παππού πως θα με λένε σήμερα;». Κι ο παππούς κάθε μεσημέρι μου έβγαζε άλλο όνομα. Δεν του χαλούσα χατίρι, φορούσα κάθε όνομα που μου χάριζε. Γελούσε όταν επαναλάμβανα το καινούριο μου. Γελούσε ο παππούς και έλαμπαν τα μάτια όλων στο σπίτι.

Με τον παππού είχαμε συμμορία. Λέγαμε αστεία και κάναμε σχέδια να καταστρέψουμε τον κόσμο και να χτίσουμε καινούριο, λέγαμε να μοιράζουμε και να μοιραζόμαστε μέχρι να πεθάνουμε και υποσχόμασταν ότι θα είμαστε δυνατοί.

Έγραφα σε ένα χαρτί από το μπλοκ μου «Θα είμαστε δυνατοί», του έδινα τις ξυλομπογιές μου κι έβαζε μια μουτζούρα, έβαζα κι εγώ μια καρδιά και καταχωρούταν.

Έφτανε μεσημέρι, η συμμορία έσπαγε κι εκείνος πήγαινε για ύπνο.

«Γιαγιά ο παππούς γιατί δε με θυμάται;» έτρεχα και έλεγα στη γιαγιά. «Μήπως δε με αγαπάει, μήπως δεν περνάμε καλά μαζί; Μήπως ήθελε να με βγάλετε με άλλο όνομα; Μήπως αγαπάει τόσο εσένα που δεν μπορεί να φωνάξει άλλη με το ίδιο όνομα;».

«Μικρή μου ο παππούς όλα τα θυμάται αλλά το κάνει για να παίξετε. Έχει χιούμορ ο παππούς. Αφού βλέπεις πως είναι όταν είναι μαζί σου!»

«Και τις υπόλοιπες ώρες γιατί μοιάζει να είναι στεναχωρημένος γιαγιά;»

«Γιατί μπορεί να σκέφτεται. Ταξιδεύει. Είναι έξυπνος ο παππούς κορίτσι μου και κάνει ταξίδια με το μυαλό του.»

Μια Κυριακή, θυμάμαι, ο παππούς το είχε σκάσει από το σπίτι. Το ήξερα ότι τον έπνιγε. Και μου το είχε πει ότι θα φύγει αλλά το κράτησα μυστικό. Μόλις μου το είπε, του έβαλα τα λεφτά του σχολείου μου στην τσέπη του, να έχει να φάει, σκέφτηκα.

Εκείνος πήρε τσιγάρα και τα μοίραζε στους περαστικούς. Αυτό ήταν και στους κρυφούς όρκους που είχαμε υπογράψει την προηγούμενη μέρα. Να χαρίζουμε ό,τι έχουμε πάνω από ένα.

Και έπαιρνε τους δρόμους και χαιρετούσε κόσμο ο παππούς. Δεν του μιλούσε κανείς και έκλαιγε. Θόλωναν τα γυαλιά του και κόντευαν να τον πατήσουν τα αμάξια.
Κάναμε βόλτες να τον βρούμε και δεν ήθελε να μας ακολουθήσει.

Αερικό ήταν.

Έμπαινε στο αμάξι και καθόταν πίσω, δίπλα μου. Του έβγαζα τα γυαλιά και του τα καθάριζα με το μπλουζάκι μου. Χαμογελούσε ο παππούς και μου έδινε το χέρι του.

Φτάναμε σπίτι και κάναμε πως κοιμόμασταν. Όλοι έλεγαν πως ο παππούς είναι άρρωστος και έχει κάτι, δύσκολο μου ήταν να το πω, κάτι σαν ξένη λέξη και δεν ήξερα ξένα τότε.

Ο παππούς είχε Αλτσχάιμερ, ασθένεια μη θεραπεύσιμη. Ξεχνούσε όσα είχε ζήσει και όσα ζούσε πρόσφατα. Εκεί που ήταν ήρεμος μπορούσε να γίνει οξύθυμος κι ανήσυχος, να συγχυστεί και να φωνάξει. Κι έχανε τις αισθήσεις του με το πέρας του χρόνου. Δεν ξέραμε πως περνάει αυτό, πώς να γίνει καλά.

Εξαρτιόταν πλέον αποκλειστικά από άλλους. Και δεν τα μπορούσαν αυτά τα αερικά. Τα αερικά ήθελαν να φτιάχνουν μόνα τους το ρυζόγαλό τους και να θυμούνται τους φίλους τους. Ήθελαν να πατούν στα πόδια τους και να μη θέλουν χέρια και πλάτες να στηριχτούν.

Και ήθελαν να μιλάνε. Κι ο παππούς έχανε σιγά σιγά την ομιλία του. Και δε με φώναζε με άλλα ονόματα και δεν απαντούσε με ναι και όχι.

Χανόταν ο παππούς, τον έτρωγε εκείνη η ξένη λέξη.

Τώρα κρατώ στα χέρια μου μικρά χαρτιά με όρκους της συμμορίας μας.

Είχαμε βάλει υπογραφές παππού και διαλύθηκε η συμμορία.

Πώς να καταστρέψω τώρα μόνη μου αυτό τον άσχημο κόσμο παππού;



Στο αερικό που με βοηθάει ακόμη να καταστρέψουμε αυτόν τον άδικο κόσμο

Οδυσσέας


Ποια Ωγυγία σε κρατεί;
Ποια Καλυψώ το δρόμο δε σου δείχνει;

Δεν έχεις ρίζες Οδυσσέα.

Οι θάλασσες, κοίτα!
Απέραντες γαλάζιες,
κι οι δρόμοι με χαραγματιές,
λευκές γραμμές επιστροφής.

Οι θάλασσες, κοίτα!
Μαγιάτισε
κι ηρεμούν για να γυρίσεις.

Ποια Ωγυγία σε κρατεί;

Σου κλείνουν τους δρόμους Οδυσσέα.
Τα φτερά σου κόβουν.
Σου σχίζουν τα πανιά
και σε πλανεύουν.


Τι τις ήθελες τις Ωγυγίες Οδυσσέα;